Επικοινωνία      

Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης

Εισαγωγή


Η Κύπρος αποτελεί ένα νησί όπου η γεωλογία υπήρξε πρωταρχικός παράγοντας στη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντός της και αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντας στην ιστορική, πολιτιστική και κοινωνικοοικονομική εξέλιξή του, τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τους νεότερους χρόνους. Η γένεση του νησιού ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς μοναδικών και πολύπλοκων γεωλογικών διεργασιών, που κατέστησε την Κύπρο γεωλογικό πρότυπο για τους γεωεπιστήμονες όλου του κόσμου και συνέβαλε στην κατανόηση της εξέλιξης των ωκεανών και του πλανήτη Γη γενικότερα. Έτσι, στη κορυφή του Τροόδους βρίσκονται σήμερα πετρώματα, που αποτελούσαν το βαθύτερο στρώμα ενός κομματιού ωκεάνιου φλοιού και του ανώτερου μανδύα της γης, ενός οφιολιθικού συμπλέγματος που σχηματίστηκε πριν 92 εκατομμύρια χρόνια, 8 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Οι πολύπλοκες γεωλογικές διεργασίες στην περιοχή της Κύπρου, που αναφέρονται πιο κάτω, συνέβαλαν καθοριστικά στη δημιουργία του μοναδικού φυσικού περιβάλλοντος του νησιού, που περιλαμβάνει εντυπωσιακή μορφολογία, εύφορα εδάφη, πυκνή δασική κάλυψη και πλούσια βιοποικιλότητα και πρόσφεραν σημαντικούς ορυκτούς πόρους, ιδιαίτερα χαλκό. Όλα αυτά, μαζί με τη γεωγραφική θέση του νησιού στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, αποτέλεσαν τη βάση της εννέα χιλιάδων χρόνων ιστορίας, τέχνης και πολιτισμού της.

Πιο κάτω δίδονται συνοπτικά στοιχεία που αφορούν:

(α) Τις γεωλογικές συνθήκες στην οροσειρά του Τροόδους,
(β) τη γεωλογία της περιοχής της Μεσαορίας
(γ) τη γεωλογία της οροσειράς Πενταδακτύλου
(δ) τη γεωλογία του νοτιοδυτικού μέρους της Κύπρου (Σύμπλεγμα Μαμωνιών), και
(ε) τις σύγχρονες γεωλογικές διεργασίες


(α) Γεωλογικές συνθήκες στην οροσειρά του Τροόδους

Η περιοχή που καλύπτεται από πετρώματα του οφιολιθικού συμπλέγματος του Τροόδους έχει έκταση 3.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, αποτελεί το βασικότερο τοπογραφικό στοιχείο του νησιού και η πιο ψηλή κορυφή του, ο Όλυμπος, έχει υψόμετρο 1.951 μέτρα. Δημιουργήθηκε την Άνω Κρητιδική Περίοδο (πριν 92 περίπου εκατομμύρια χρόνια), στο βυθό της Τηθύος θάλασσας, που την εποχή εκείνη κάλυπτε το γεωγραφικό χώρο από τα Πυρηναία μέσω των Άλπεων, της Πίνδου, του Ζάγρου μέχρι και τα Ιμαλάια. Μετά τη δημιουργία του το Τρόοδος αναδύθηκε σχηματίζοντας το σημερινό νησί, μέσα από πολύπλοκες τεκτονικές διεργασίες που καθορίζονταν από τις συγκλίνουσες λιθοσφαιρικές πλάκες (της Ευρασιατικής στο βορρά και της Αφρικανικής στο νότο).

Οι γεωλογικές συγκυρίες συνέτειναν στο να διατηρηθεί σχεδόν ανέπαφη ολόκληρη η στρωματογραφία του οφιολιθικού συμπλέγματος, που είναι η ίδια με εκείνη του φλοιού των σημερινών ωκεανών. Από κάτω προς τα πάνω, αποτελείται από χαρτζβουργίτη, ο οποίος αντιπροσωπεύει μέρος του άνω μανδύα της γης, πλουτώνια, υπερβασικά και βασικά πετρώματα όπως δουνίτη, βερλίτη, πυροξενίτη, γάββρο και πλαγιογρανίτη, τα οποία δημιουργήθηκαν από διαφοροποίηση του βασαλτικού μάγματος. Ακολουθούν τα φλεβικά διαβασικά πετρώματα, που αντιπροσωπεύουν τις ζώνες τροφοδοσίας των λαβών κατά τη διάρκεια έκχυσής τους στο βυθό του ωκεανού, τις υποθαλάσσιες προσκεφαλοειδείς λάβες και τέλος τη σειρά των ιζηματογενών πετρωμάτων που επικαλύπτουν μεγάλο μέρος των λαβών.

Η φύση προίκισε πλουσιοπάροχα το οφιολιθικό σύμπλεγμα του Τροόδους με ορυκτό πλούτο, κυρίως χαλκό και άλλους φυσικούς πόρους, όπως το νερό και τα δάση. Το οφιολιθικό σύμπλεγμα του Τροόδους συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε πλουσιότερων περιοχών του κόσμου σε χαλκό, έχει το μεγαλύτερο κοίτασμα χρυσοτιλικού αμιάντου στην Ευρώπη και πλούσια κοιτάσματα εξαιρετικής ποιότητας μεταλλουργικού και πυρίμαχου χρωμίτη. Έχει επίσης μεγάλα κοιτάσματα φυσικών ορυκτών χρωμάτων, όπως ούμπρες (φαιόχωμα), ώχρες και σιέννες σε μεγάλη ποικιλία χρωμάτων καθώς και πράσινη γαία (terra verde). Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του Τροόδους στους αρχαίους και νεότερους χρόνους συνετέλεσε τα μέγιστα στην ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη του νησιού.

Η εντυπωσιακή τοπογραφία του Τροόδους που δημιουργήθηκε από τη διαφορική ανύψωση του Τροόδους επηρέασε άμεσα ή έμμεσα το περιβάλλον και κάθε άποψη της ζωής στο νησί. Πρωταρχικά επηρέασε το κλίμα του νησιού, ιδιαίτερα τη βροχόπτωση, η οποία με τη σειρά της επηρέασε την ανάπτυξη των δασών, τη γεωργική παραγωγή, τη φυσική ομορφιά, τη βιοποικιλότητα και κατέστησε έτσι την Κύπρο έναν εξαιρετικόν τόπο διαβίωσης για τον άνθρωπο.

Παρά το γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται σε μια ημίξηρη περιοχή, η παρουσία του Τροόδους αυξάνει στην κορυφή του τη βροχόπτωση έως και 1000 χιλιοστά το χρόνο και επιπλέον καλύπτεται με χιόνι τους χειμερινούς μήνες. Η ψηλότερη περιοχή του Τροόδους μπορεί να χαρακτηριστεί σχεδόν ημιαλπική, με ιδιάζουσες εδαφολογικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να εξελιχθούν σ’ αυτό σπάνιες φυτοκοινωνίες. Από τα 130 ενδημικά φυτά της Κύπρου, περισσότερα από το ένα τρίτο απαντούνται στο Τρόοδος σε υψόμετρο πέραν των χιλίων μέτρων.

Ο τεκτονισμός, που συνόδευε τη διαφορική ανύψωση του Τροόδους, προκάλεσε τον έντονο θρυμματισμό των πετρωμάτων του και τα κατέστησε υδροπερατά με αποτέλεσμα την κατείσδυση μεγάλων ποσοτήτων νερού σε μεγάλα βάθη, κατά μήκος ρηγμάτων, τη δημιουργία υδροφόρων και την εκφόρτιση πηγών σε διάφορα υψόμετρα. Οι πηγές αυτές υπήρξαν ο πλέον καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη οικισμών, τόσο στην αρχαιότητα όσο και στους νεότερους χρόνους.

Ο έντονος τεκτονισμός και καταθρυμματισμός των πετρωμάτων του Τροόδους, που ήταν αποτέλεσμα της διαφορικής ανύψωσής του, υποβοήθησε την εκτεταμένη διάβρωσή τους με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ομαλής και ευκολοπροσπέλαστης τοπογραφίας και την επικάλυψη των διαφόρων πετρωμάτων με παχύ στρώμα εδάφους ποικίλης χημικής σύστασης. Τα γόνιμα εδάφη, σε συνδυασμό με την ψηλή βροχόπτωση και το θερμό κλίμα, ευνοούν τη γρήγορη ανανέωση των δασών και μεγάλη ποικιλία χλωρίδας.

Η γονιμότητα των εδαφών του Τροόδους και η δυνατότητα της εύκολης ανανέωσης των δασών ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες για τη μεγάλη σε έκταση και διάρκεια μεταλλευτική βιομηχανία χαλκού στην αρχαιότητα. Πληθώρα μεταλλευτικών δραστηριοτήτων, εργαλείων και αρχαίων κειμένων, αρχαία ναυάγια και τεράστιες ποσότητες αρχαίων σκουριών αποτελούν τις πιο πειστικές μαρτυρίες ότι η Κύπρος από το 3.000 π.Χ. μέχρι το 500 μ.Χ. ήταν ένα μεγάλο κέντρο παραγωγής και εμπορίας χαλκού παγκοσμίως και δίκαια έγινε συνώνυμη με το χαλκό. Λόγω και της γεωγραφικής της θέσης η Κύπρος έγινε τόπος συνάντησης των διαφόρων αρχαίων πολιτισμών. Ο χαλκός της Κύπρου προσέλκυσε νωρίς τους Μυκηναίους εμπόρους, οι οποίοι αργότερα, με την καταστροφή των πόλεών τους από τους Δωριείς, κατέκλυσαν ως πρόσφυγες το νησί, το εξελλήνισαν και συνέδεσαν άρρηκτα την ιστορική του μοίρα με εκείνη του υπόλοιπου ελληνισμού.

Η ενέργεια, που κράτησε στη ζωή αυτή τη μακρόχρονη και ενεργοβόρο μεταλλευτική βιομηχανία αλλά και άλλες εξίσου ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως των κεραμικών και του ασβέστη, καθώς επίσης οι μεγάλες ποσότητες ξύλου που χρειάστηκαν για την κατασκευή των μεγαλύτερων εμπορικών και πολεμικών στόλων στην αρχαιότητα και το μεσαίωνα, προήλθαν αποκλειστικά από τα δάση της Κύπρου. Έτσι, για πάνω από 3.000 χρόνια η ιστορική εξέλιξη του νησιού βασίστηκε σε μια άλλη άγραφη και παράλληλη ιστορία, εκείνη της καταστροφικής επίδρασης των κατοίκων της στο περιβάλλον. Το μέγεθος αυτής της επίδρασης ήταν τρομερό, αν αναλογιστεί κανείς ότι για την πρωτογενή παραγωγή του χαλκού χρειάστηκε ενέργεια ισοδύναμη με 150.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα πευκοδάσους, δηλαδή 16 φορές μεγαλύτερη από τη συνολική επιφάνεια του νησιού. Όμως, το περιβάλλον της Κύπρου άντεξε σ' αυτή την έντονη εκμετάλλευση των κατοίκων του στην προσπάθειά τους για οικονομική ανάπτυξη και αποτελεί ίσως μοναδικό παράδειγμα στον κόσμο. Το Τρόοδος και το νησί γενικά, εκτός από το χαλκό, κατέστη συνώνυμο με τη φυσική ομορφιά, τη γονιμότητα και την αναδημιουργία, ιδιότητες της Αφροδίτης, με την οποία επίσης οι αρχαίοι ταύτισαν την Κύπρο.

(β) Γεωλογία της περιοχής της Μεσαορίας

Η πεδιάδα της Μεσαορίας αντιπροσωπεύει μια τοπογραφικά χαμηλή, επίπεδη επιφάνεια που επεκτείνεται μεταξύ των οροσειρών του Τροόδους και του Πενταδακτύλου. Βασικό γεωλογικό χαρακτηριστικό της Μεσαορίας είναι ότι όλα τα πετρώματα στο χώρο αυτό αποτελούν αυτόχθονα ιζήματα που εναποτέθηκαν πάνω στις λάβες του Τροόδους. Το βόρειο σύνορο της πεδιάδας αποτελεί η τεκτονική επαφή με τα αλλόχθονα πετρώματα της οροσειράς του Πενταδακτύλου. Τα πρώτα ιζήματα που εναποτέθηκαν στο χώρο της Μεσαορίας ήταν οι ούμπρες (φαιόχωμα). Την εναπόθεση των ούμπρων ακολούθησε εκτεταμένη εναπόθεση μπεντονιτικής αργίλου και ακολούθησε η πελαγική φάση εναπόθεσης των μαργών, των κρητίδων και των κερατόλιθων του σχηματισμού των Λευκάρων κατά την περίοδο 67 μέχρι 22 εκατομμυρίων ετών από σήμερα. Η σταδιακή ανάδυση της Κύπρου αντικαθιστά την πελαγική φάση της ιζηματογένεσης με πιο ρηχές συνθήκες εναπόθεσης, οι οποίες συνέτειναν στη δημιουργία των ασβεστολιθικών πετρωμάτων, των ψαμμιτών καθώς επίσης και των κρητίδων και των μαργών του σχηματισμού της Πάχνας (πριν 22 μέχρι 7 εκατομμύρια χρόνια από σήμερα). Μεγάλης γεωλογικής σημασίας ήταν η "κρίση αλατότητας", όπως είναι γνωστή, που συνέβηκε πριν 7-5 περίπου εκατομμύρια χρόνια και που χαρακτηριζόταν από απότομη αύξηση της αλατότητας της ήδη ρηχής θάλασσας της Μεσογείου, λόγω κυρίως αποκοπής της από τον Ατλαντικό Ωκεανό με το κλείσιμο των στενών του Γιβραλτάρ. Ως αποτέλεσμα, υπήρξε εναπόθεση εκτεταμένων στρώσεων γύψου και ορυκτού άλατος, καθώς και κοραλλιογενών ασβεστόλιθων. Η επανένωση της θάλασσας με τον Ατλαντικό και η ανύψωση της στάθμης της επιφάνειάς της, είχε ως αποτέλεσμα την εκ νέου εναπόθεση ιζημάτων, που αντιπροσωπεύονται σήμερα από τις μάργες και τους πωρόλιθους του σχηματισμού της Λευκωσίας. Απότομη ανύψωση του χώρου της Κύπρου έγινε πριν 2 εκατομμύρια χρόνια, οπότε και το σημερινό Τρόοδος και ο Πενταδάκτυλος αναδύθηκαν σε υψόμετρα πιο ψηλά από τα σημερινά.

Η ξαφνική ανύψωση είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένη διάβρωση των οροσειρών, προπαντός εκείνης του Τροόδους και μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων αμμοχαλίκων που εναποτέθηκαν στις κοιλάδες των μεγάλων ποταμών και στην πεδιάδα της Μεσαορίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εναπόθεση αμμοχαλίκων σε στρώματα μεγάλου πάχους στο ανατολικό και δυτικό άκρο της, τα οποία δημιούργησαν τους μεγαλύτερους υπόγειους υδροφόρους στο νησί. Η ανακάλυψη αυτών των υδροφόρων μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και η εκμετάλλευσή τους με γεωτρήσεις, άλλαξαν ριζικά το τοπίο των δύο περιοχών, ιδιαίτερα εκείνο των περιοχών Μόρφου και Αμμοχώστου, με τη δημιουργία εκτεταμένων καλλιεργειών εσπεριδοειδών και άλλων αρδεύσιμων καλλιεργειών.

(γ) Γεωλογία της οροσειράς Πενταδακτύλου

Η οροσειρά του Πενταδακτύλου βρίσκεται σε μια ζώνη 8 χιλιομέτρων από τις βόρειες ακτές της Κύπρου. Έχει μια χαρακτηριστική τοπογραφία, που αποτελείται από μια σειρά βουνοκορφές με υψόμετρο που κυμαίνεται από 200-1024 μέτρα.

Ένα σημαντικό στοιχείο της γεωλογίας της οροσειράς αυτής είναι ότι ως αποτέλεσμα των πολύπλοκων τεκτονικών διεργασιών, οι ασβεστόλιθοι βρέθηκαν βυθισμένοι μέσα σε νεότερα πετρώματα του Σχηματισμού της Λαπήθου και του φλύσχη της Κυθρέας, που αποτελούνται, η πρώτη από ασβεστολιθικές μάργες και κερατόλιθους και η δεύτερη κατά μεγάλο μέρος από εναλλασσόμενες στρώσεις αργίλων, μαργών και ψαμμιτών με συνολικό πάχος 3.000 περίπου μέτρων. Οι ασβεστόλιθοι προστάτεψαν από τη διάβρωση τα μαλακά πετρώματα και δημιούργησαν την εντυπωσιακή τοπογραφία της οροσειράς, η οποία επηρεάζει θετικά τη βροχόπτωση, με αποτέλεσμα εξαιρετική βλάστηση στις βόρειες πλαγιές που αποτελούν την ομβροπλευρά της.

Ένα άλλο, εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι ότι λόγω του τεκτονισμού, οι ασβεστόλιθοι της οροσειράς του Πενταδακτύλου είναι έντονα διαρρηγμένοι και κατακερματισμένοι. Το νερό της βροχής εισέδυσε σε μεγάλα βάθη, διάλυσε τοπικά τον ασβεστόλιθο, σχημάτισε μεγάλες υπόγειες σπηλιές (Karst), που σταδιακά γέμισαν με νερό δημιουργώντας έτσι υπόγειους υδροφόρους. Το νερό αυτό συγκρατήθηκε πλευρικά από τα αδιαπέρατα στρώματα του φλύσχη. Μόνο το πλεόνασμα του ετήσιου εμπλουτισμού υπερχειλίζει στις επαφές του φλύσχη με τον ασβεστόλιθο, υπό μορφή κεφαλόβρυσων, όπως εκείνων της Κυθρέας, του Καραβά, της Λαπήθου και άλλων μικρότερων πηγών, όπως του Δικώμου, του Λάρνακα της Λαπήθου και της Ακανθούς. Οι πηγές αυτές από αρχαιοτάτων χρόνων βοήθησαν στην ανάπτυξη του ανθρώπου και της βιοποικιλότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μεταφορά του νερού του Κεφαλόβρυσου της Κυθρέας στη Σαλαμίνα, την εποχή των Ρωμαίων.

Βόρεια της οροσειράς, η στενή παράκτια ζώνη έχει μια εντυπωσιακή αμφιθεατρική τοπογραφία ως αποτέλεσμα των διαφόρων αναβαθμίδων που σχηματίστηκαν λόγω περιοδικών σπασμωδικών ανυψώσεων της Κύπρου, κατά την περίοδο του Πλειστοκαίνου. Χαρακτηριστικές αναβαθμίδες είναι εκείνες της Κερύνειας, του Αγίου Επικτήτου, της Κλεπίνης και του Μπέλαπαϊς, οι οποίες δημιούργησαν ένα εξαιρετικό φυσικό περιβάλλον.

(δ) Γεωλογία του νοτιοδυτικού μέρους της Κύπρου (Σύμπλεγμα Μαμωνιών)

Στην επαρχία της Πάφου, μεγάλες περιοχές καλύπτονται από μια σειρά αλλόχθονων και μεταμορφωμένων πετρωμάτων Τριαδικής έως Κρητιδικής ηλικίας, τα οποία μεταφέρθηκαν στη σημερινή τους θέση από περιοχές νότια της Κύπρου. Αυτή η σειρά των πετρωμάτων, γνωστή ως Σύμπλεγμα των Μαμωνιών, περιλαμβάνει ιζηματογενή πετρώματα, όπως κερατόλιθους και ιλυόλιθους, οφιολιθικά πετρώματα, όπως σερπεντινίτες και προσκεφαλοειδείς λάβες καθώς επίσης μεταμορφωμένα πετρώματα που περιλαμβάνουν αμφιβολίτες, φυλλίτες, σχιστόλιθους και μάρμαρα. Οι ανακρυσταλλωμένοι ασβεστόλιθοι, γνωστοί ως Πέτρα του Ρωμιού και οι λάβες, που εκτίθενται στους κρημνούς του ομώνυμου κόλπου, είναι στην πραγματικότητα αλλόχθονα πετρώματα της Ακολουθίας των Μαμωνιών. Οι χρωματιστές ψηφίδες, τις οποίες χρησιμοποίησαν οι δημιουργοί των ψηφιδωτών του Κουρίου και της Πάφου, προήλθαν κυρίως από τη διάβρωση των ποικιλόχρωμων πετρωμάτων της Ακολουθίας των Μαμωνιών. Η Ακολουθία αυτή, με την πολυπλοκότητα της γεωλογίας που τη χαρακτηρίζει, θεωρείται μαζί με τον Σχηματισμό Κανναβιού υπεύθυνος των προβλημάτων των κατολισθήσεων από τα οποία υποφέρουν διάφορες περιοχές της επαρχίας της Πάφου. Είναι γενικά αποδεκτό, ότι τα αλλόχθονα πετρώματα των Μαμωνιών εναποτέθηκαν κατά την επώθηση των πετρωμάτων της Αφρικανικής πλάκας πάνω στο προχωρημένο άκρο του οφιολιθικού συμπλέγματος του Τροόδους, κατά την προς βορρά καταβύθισή της, κάτω από την Ευρασιατική πλάκα, κατά την περίοδο του Μαιστριχτίου, πριν 70 περίπου εκατομμύρια χρόνια.

(ε) Σύγχρονες γεωλογικές διεργασίες

H τελική διαμόρφωση του σχήματος της Κύπρου ήταν το αποτέλεσμα της αλληλοεπίδρασης της διαφορικής ανύψωσης του νησιού και της διακύμανσης της στάθμης της θάλασσας κατά τις περιόδους των παγετώνων στο Πλειστόκαινο. Κατά τις περιόδους των παγετώνων τεράστιες ποσότητες νερού δεσμεύονταν στους πάγους με αποτέλεσμα την πτώση της στάθμης της θάλασσας μέχρι και 120 μέτρων.


Back To Top